ΕΞΟΔΟΣ Πανελλήνια Κίνηση κατά του Ψηφιακού Ολοκληρωτισμού
Γεώργιος Αποστολάκης: Το νέο Σύστημα Πιστοληπτικής Αξιολόγησης ΜΕΡΟΣ Α'
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
Το κράτος δεν καταγράφει απλώς τον πολίτη, αλλά τον αξιολογεί. Η νέα πιστοληπτική βαθμολόγηση, τα πραγματικά σημερινά της όρια και η δυνατότητα μελλοντικής επέκτασης που προβλέπει ο ίδιος ο νόμος
Μέχρι σήμερα είχαμε συνηθίσει το κράτος να γνωρίζει πολλά για την οικονομική μας κατάσταση. Γνωρίζει τι εισόδημα δηλώνουμε, ποια ακίνητα διαθέτουμε, πόσο φόρο οφείλουμε, αν πληρώσαμε εμπρόθεσμα ή αν δημιουργήσαμε ληξιπρόθεσμες οφειλές. Όλα αυτά είναι καταγραφή πραγματικών γεγονότων.
Τώρα όμως γίνεται ένα βήμα παραπέρα.
Τα δεδομένα δεν χρησιμοποιούνται μόνο για να περιγράψουν τι συνέβη στο παρελθόν. Μπορούν να υποβληθούν σε στατιστική και αλγοριθμική επεξεργασία ώστε να εκτιμηθεί πώς είναι πιθανό να συμπεριφερθεί οικονομικά ο ίδιος άνθρωπος στο μέλλον.
Από την καταγραφή περνάμε στην πρόβλεψη. Και από την πρόβλεψη στη βαθμολόγηση. Αυτή είναι η πραγματικά σημαντική αλλαγή που εισάγει το νέο Σύστημα Πιστοληπτικής Αξιολόγησης.
Όχι, δεν αποκτήσαμε ξαφνικά στην Ελλάδα ένα «κινεζικού τύπου» σύστημα κοινωνικής πίστωσης. Δεν αποκτήσαμε. Αποκτήσαμε, όμως, κάτι που αξίζει πολύ μεγαλύτερη δημόσια συζήτηση από αυτή που έχει γίνει μέχρι σήμερα: ένα κρατικό σύστημα εξατομικευμένης αξιολόγησης και βαθμολόγησης της οικονομικής συμπεριφοράς του πολίτη.
Και το ερώτημα δεν είναι μόνο τι κάνει σήμερα. Είναι και μέχρι πού επιτρέπει ο ίδιος ο νόμος να εξελιχθεί αύριο.
Από τα δεδομένα στον βαθμό
Ας πάρουμε ένα απλό παράδειγμα. Δύο άνθρωποι έχουν σήμερα περίπου το ίδιο εισόδημα. Ο πρώτος δεν είχε ποτέ ληξιπρόθεσμες οφειλές. Ο δεύτερος ήταν επίσης συνεπής επί χρόνια, αλλά κάποια στιγμή έχασε τη δουλειά του. Για ένα διάστημα άφησε οφειλές, αργότερα τις ρύθμισε και σήμερα τις εξυπηρετεί κανονικά. Μέχρι τώρα η διοίκηση γνώριζε αυτά τα πραγματικά περιστατικά. Το νέο σύστημα κάνει κάτι περισσότερο. Μπορεί να επεξεργαστεί στοιχεία για εισόδημα, περιουσία, φορολογικές υποχρεώσεις, οφειλές και προηγούμενη οικονομική συμπεριφορά και να καταλήξει σε πιστοληπτική βαθμίδα. Για τα φυσικά πρόσωπα η ΚΥΑ 117786 ΕΞ 2026 προβλέπει κατηγορίες Α, Α-, Β, Β-, C και D. Από την εξαιρετική έως την εξαιρετικά χαμηλή πιστοληπτική ικανότητα και φερεγγυότητα έναντι του Δημοσίου.
Και για να παραχθεί αυτή η βαθμολογία δεν γίνεται ένας απλός μαθηματικός υπολογισμός. Η ίδια η ΚΥΑ προβλέπει στατιστική επεξεργασία ιστορικών δεδομένων και χρήση σύγχρονων αλγορίθμων μηχανικής μάθησης. Ο αλγόριθμος δηλαδή εξετάζει το χθες για να εκτιμήσει το αύριο.
Μπορεί όμως ένας αριθμός να διακρίνει εκείνον που δεν θέλει από εκείνον που δεν μπορεί;
Εδώ αρχίζει το κοινωνικό πρόβλημα. Μια καθυστέρηση πληρωμής είναι αριθμητικά εύκολο να καταγραφεί. Η αιτία της όμως μπορεί να είναι εντελώς διαφορετική από άνθρωπο σε άνθρωπο. Άλλος έχει χρήματα και επιλέγει να μην πληρώσει. Άλλος έχασε ξαφνικά την εργασία του. Ένας μικρός επαγγελματίας μπορεί να περιμένει επί μήνες να εξοφληθεί από τους πελάτες του. Μια οικογένεια μπορεί να βρέθηκε προσωρινά αντιμέτωπη με μια σοβαρή οικονομική δοκιμασία.
Στο πληροφοριακό σύστημα όλοι αφήνουν αρχικά το ίδιο ίχνος: «καθυστέρηση πληρωμής».
Αποκτά γι' αυτό ιδιαίτερη σημασία ότι η μεθοδολογία της νέας ΚΥΑ δεν εξετάζει μόνο την «ικανότητα αποπληρωμής», αλλά επιχειρεί να εκτιμήσει ακόμη και την «πρόθεση αποπληρωμής», με βάση στοιχεία της προηγούμενης οικονομικής συμπεριφοράς. Εκ πρώτης όψεως αυτός είναι ένας τεχνικός δείκτης πιστωτικού κινδύνου. Δεν αποτελεί ηθική καταδίκη του ανθρώπου.
Αλλά εδώ ακριβώς βρίσκεται μία πρώτη κόκκινη γραμμή. Η οικονομική αδυναμία δεν πρέπει να μετατρέπεται, μέσα από έναν αλγόριθμο, σε χαρακτηριστικό προσωπικής αναξιοπιστίας.
Τι δεν προβλέπεται σήμερα
Στο σημείο αυτό χρειάζεται ακρίβεια. Σε πρόσφατη τηλεοπτική εκπομπή, που αποτέλεσε και την αφορμή για να ερευνήσουμε το θέμα, διατυπώθηκε η ανησυχία ότι ακόμη και μια καθυστέρηση λίγων ημερών στην πληρωμή μιας φορολογικής υποχρέωσης μπορεί να ρίξει τη βαθμολογία του πολίτη και ότι, σε επόμενο στάδιο, ένας άνθρωπος με χαμηλό score θα μπορούσε να μην έχει πρόσβαση ακόμη και σε ηλεκτρικό ρεύμα, κινητή τηλεφωνία ή Internet. Αυτή δεν είναι η σημερινή νομική πραγματικότητα.
Η μεθοδολογία είναι αρκετά πιο σύνθετη. Περιλαμβάνει ιστορικά δεδομένα και διαφορετικούς δείκτες, ενώ για ορισμένες μεταβλητές εξετάζονται καθυστερήσεις άνω των 30 ημερών και για ουσιώδη αθέτηση χρησιμοποιούνται αυστηρότερα χρονικά και χρηματικά κριτήρια. Επομένως δεν προκύπτει ότι λίγες ημέρες καθυστέρησης στον ΕΝΦΙΑ οδηγούν αυτομάτως τον πολίτη σε κακή πιστοληπτική βαθμίδα.
Πολύ περισσότερο: δεν υπάρχει σήμερα διάταξη που να ορίζει ότι χαμηλή κρατική πιστοληπτική βαθμολογία συνεπάγεται στέρηση ηλεκτρικού ρεύματος, τηλεφωνίας ή πρόσβασης στο Internet.
Ως προς αυτό, επομένως, πρέπει να διαφοροποιηθούμε από την εικόνα που δόθηκε στην τηλεοπτική συζήτηση. Και ίσως αυτή η διευκρίνιση κάνει τον πραγματικό προβληματισμό ισχυρότερο. Γιατί δεν χρειάζεται να αποδώσουμε στο σύστημα δυνατότητες που σήμερα δεν έχει. Ο ίδιος ο νόμος μάς δίνει αρκετούς λόγους να συζητήσουμε για το μέλλον του.
Η βαθμολογία δεν μένει κατ' ανάγκην μέσα στο κράτος
Ένα πιστοληπτικό score που παραμένει κλεισμένο σε έναν κρατικό υπολογιστή έχει περιορισμένη πρακτική σημασία. Η πραγματική ισχύς του εμφανίζεται όταν αρχίζει να χρησιμοποιείται στη λήψη αποφάσεων.
Ο ν. 4972/2022 επιτρέπει, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, τη χορήγηση της πιστοληπτικής βαθμολογίας σε ιδιωτικούς φορείς για ορισμένους σκοπούς που συνδέονται με πιστωτικές σχέσεις. Για παράδειγμα: για την εξέταση αίτησης χρηματοδότησης, την εκτίμηση πιστωτικού κινδύνου ή τη ρύθμιση οφειλής.
Υπάρχει εδώ μία σημαντική σημερινή εγγύηση. Για τη συγκεκριμένη διαβίβαση απαιτείται ρητή, ειδική και διακριτή συγκατάθεση του πολίτη, με τις ειδικότερες προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος. Και υπάρχει ακόμη μία δικλείδα που πρέπει να υπογραμμίσουμε. Ο ιδιώτης δεν αποκτά ελεύθερη πρόσβαση στα ίδια τα δεδομένα οικονομικής συμπεριφοράς που τηρούνται στο κρατικό Σύστημα. Αυτό που μπορεί να χορηγηθεί, με τις νόμιμες προϋποθέσεις, είναι η πιστοληπτική αξιολόγηση και η σχετική ενημέρωση. Όχι ένας ελεύθερα προσβάσιμος πλήρης κρατικός οικονομικός φάκελος του πολίτη.
Άρα σήμερα δεν υπάρχει ένας γενικός «βαθμός πολίτη» διαθέσιμος σε οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο. Αυτό όμως δεν είναι το τέλος της ιστορίας.
Η λέξη που αλλάζει τα δεδομένα: «ενοποιημένη»
Τον Ιούλιο του 2026 εκδόθηκε και η ΚΥΑ 117113 ΕΞ 2026. Αντικείμενό της είναι η ενοποιημένη πιστοληπτική βαθμολόγηση. Ο όρος ακούγεται τεχνικός, αλλά περιγράφει μια πολύ σημαντική εξέλιξη.
Η κρατική αξιολόγηση που προκύπτει από την οικονομική συμπεριφορά έναντι του Δημοσίου μπορεί, υπό τους όρους του νόμου, να συνδυάζεται με πιστοληπτικές βαθμολογήσεις που προέρχονται από φορείς πιστοληπτικής αξιολόγησης.
Η ίδια η απόφαση προβλέπει ότι εξετάζονται πιθανές επιβαρύνσεις από οφειλές στον ιδιωτικό τομέα, καθώς και η συμπεριφορά του προσώπου κατά την αποπληρωμή τους, προκειμένου να υπολογιστεί η πιθανότητα αθέτησης υποχρεώσεων «σε ενοποιημένη βάση».
Ας το μεταφράσουμε σε απλά ελληνικά. Η οικονομική εικόνα του ανθρώπου απέναντι στο Δημόσιο και η πιστοληπτική εικόνα του στον ιδιωτικό χώρο μπορούν πλέον να συναντώνται για να παραχθεί μία ευρύτερη εκτίμηση της οικονομικής του αξιοπιστίας. Η ενοποίηση αυτή δεν αποτελεί κάποιο υποθετικό σενάριο μελλοντικής διασύνδεσης. Προβλέπεται ήδη.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται μια ποιοτική μεταβολή. Από τις χωριστές πληροφορίες περνάμε σταδιακά στην ενοποιημένη αξιολόγηση του ίδιου προσώπου.
Το πιο κρίσιμο ίσως βρίσκεται μέσα στον ίδιο τον νόμο
Θα μπορούσε εδώ κάποιος να αντιτείνει: «Όλα αυτά αφορούν συγκεκριμένες οικονομικές χρήσεις. Γιατί να υποθέσουμε ότι αύριο το σύστημα θα επεκταθεί;»
Η απάντηση είναι ότι δεν χρειάζεται να κάνουμε αυτή την υπόθεση. Ο ίδιος ο ν. 4972/2022 έχει προβλέψει μηχανισμό εξέλιξης του συστήματος. Το άρθρο 65 περιέχει δύο εξουσιοδοτήσεις που αξίζουν ιδιαίτερη προσοχή.
Η πρώτη, αφορά τι μπορεί να γνωρίζει το σύστημα
Με προεδρικό διάταγμα μπορούν να συμπληρώνονται ή να τροποποιούνται τα δεδομένα οικονομικής συμπεριφοράς που προβλέπει σήμερα ο νόμος. Δεν γίνεται βέβαια ανεξέλεγκτα. Προβλέπονται διαδικαστικές και ουσιαστικές εγγυήσεις, μεταξύ των οποίων εκτίμηση αντικτύπου για την προστασία προσωπικών δεδομένων και αλγοριθμική εκτίμηση αντικτύπου. Το ουσιώδες όμως παραμένει: ο σημερινός κατάλογος δεδομένων δεν έχει σχεδιαστεί ως αμετάβλητος.
Η δεύτερη, αφορά κάτι ακόμη σημαντικότερο: τι μπορεί να γίνεται με τη βαθμολογία
Η παρ. 4 του ίδιου άρθρου επιτρέπει, επίσης με προεδρικό διάταγμα, να προστίθενται νέοι ή να τροποποιούνται οι υφιστάμενοι σκοποί επεξεργασίας των δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς, καθώς και χορήγησης και διαβίβασης της πιστοληπτικής βαθμολόγησης.
Αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της έρευνάς μας. Πρέπει όμως να το ερμηνεύσουμε σωστά. Δεν σημαίνει ότι αύριο ένας υπουργός μπορεί με μία απλή απόφαση να ανακοινώσει: «Όποιος έχει D δεν θα παίρνει ρεύμα». Μια τέτοια εξέλιξη θα συναντούσε σοβαρά νομικά εμπόδια. Η τροποποίηση των σκοπών απαιτεί προεδρικό διάταγμα, το οποίο υπόκειται στον προβλεπόμενο έλεγχο νομιμότητας, ενώ ολόκληρο το σύστημα εξακολουθεί να δεσμεύεται από τον GDPR, τον ευρωπαϊκό AI Act, το Σύνταγμα, την αρχή της αναλογικότητας και την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Αποδεικνύεται όμως κάτι διαφορετικό. Ότι τα όρια του συστήματος δεν είναι αμετακίνητα. Ο ίδιος ο νομοθέτης έχει προβλέψει τρόπο με τον οποίο μπορούν στο μέλλον να αλλάξουν τόσο τα δεδομένα που τροφοδοτούν τη βαθμολογία όσο και οι σκοποί για τους οποίους αυτή χρησιμοποιείται.
Επομένως η συζήτηση για τη μελλοντική επέκταση δεν είναι θεωρία συνωμοσίας. Είναι ερώτημα που γεννά ο ίδιος ο νόμος.
Η «προαιρετικότητα» μπορεί κάποτε να γίνει υποχρεωτικότητα χωρίς νόμο;
Υπάρχει όμως και ένας διαφορετικός κίνδυνος, περισσότερο πρακτικός παρά νομοθετικός.
Σήμερα η χορήγηση της βαθμολογίας σε ιδιώτη στις προβλεπόμενες περιπτώσεις προϋποθέτει συγκατάθεση. Ο πολίτης μπορεί να πει: «Δεν συναινώ».
Ας υποθέσουμε όμως ότι μελλοντικά όλες σχεδόν οι τράπεζες θεωρούν απαραίτητο το κρατικό ή ενοποιημένο score πριν εξετάσουν ένα στεγαστικό δάνειο. Τυπικά ο πολίτης εξακολουθεί να είναι ελεύθερος να αρνηθεί. Αν όμως χωρίς τη συγκατάθεσή του δεν μπορεί -στην πράξη- να έχει ουσιαστική πρόσβαση στην υπηρεσία, τότε εμφανίζεται ένα γνώριμο φαινόμενο της ψηφιακής εποχής: η νομική προαιρετικότητα συνυπάρχει με την πραγματική υποχρεωτικότητα.
Κανένας νόμος δεν γράφει «υποχρεούσαι». Αλλά το κόστος της άρνησης γίνεται τόσο μεγάλο ώστε η ελευθερία επιλογής αδειάζει από το πραγματικό της περιεχόμενο.
Γι' αυτό η συζήτηση δεν πρέπει να περιοριστεί στο αν υπάρχει στην οθόνη ένα κουμπί που γράφει «Συναινώ». Πρέπει να εξετάζουμε αν ο πολίτης έχει πραγματική δυνατότητα να επιλέξει το “όχι” χωρίς δυσανάλογο αποκλεισμό.
Είναι λοιπόν ένα ελληνικό Social Credit;
Όχι. Και είναι σημαντικό να το λέμε χωρίς αστερίσκους.
Το κινεζικό Social Credit System είναι, άλλωστε, πιο σύνθετο από την, συνήθως προβαλλόμενη, εικόνα ενός μοναδικού πανεθνικού αριθμού που ανεβαίνει και κατεβαίνει για κάθε Κινέζο. Πρόκειται περισσότερο για ένα πλέγμα κρατικών βάσεων δεδομένων, μηχανισμών συμμόρφωσης, καταλόγων παραβατών και διαφορετικών διοικητικών συστημάτων.
Εκείνο που ενδιαφέρει τη δική μας συζήτηση είναι η λογική ενός συστήματος κοινωνικής βαθμολόγησης, ήτοι α) δεδομένα συμπεριφοράς, β) αξιολόγηση γ) χαρακτηρισμός αξιοπιστίας, δ) συνέπειες στην πραγματική ζωή.
Το ελληνικό σύστημα βρίσκεται σήμερα μέσα σε σαφώς στενότερο οικονομικό και πιστωτικό πλαίσιο. Δεν βαθμολογεί πολιτικές απόψεις. Δεν βαθμολογεί κοινωνικές συμπεριφορές. Δεν εξαρτά κοινωνικά δικαιώματα από ένα score. Άρα η ταύτιση με την Κίνα θα ήταν λανθασμένη.
Υπάρχει όμως ένα κοινό τεχνολογικό χαρακτηριστικό που αξίζει να προσέξουμε: πολλά δεδομένα για ένα πρόσωπο μπορούν να μετατραπούν αλγοριθμικά σε μία συνοπτική κρίση για την αξιοπιστία του.
Το κρίσιμο επομένως δεν είναι αν υπάρχει σήμερα social credit. Το κρίσιμο είναι να μη δημιουργηθούν αύριο οι νομικές και κοινωνικές συνθήκες που θα επιτρέψουν στην οικονομική βαθμολογία να εγκαταλείψει το οικονομικό της πεδίο.
Η πραγματική κόκκινη γραμμή
Ας επιστρέψουμε σε ένα απλό παράδειγμα. Κάποιος ζητά από μία τράπεζα στεγαστικό δάνειο 200.000 ευρώ. Η τράπεζα θέλει να γνωρίζει αν μπορεί να το αποπληρώσει. Αυτό είναι εύλογο. Αξιολογείται ο κίνδυνος μιας συγκεκριμένης συναλλαγής. Αν η χαμηλή βαθμολογία οδηγήσει την τράπεζα να ζητήσει μεγαλύτερη εγγύηση ή να μην αναλάβει τον πιστωτικό κίνδυνο, βρισκόμαστε ακόμη στο πεδίο της πιστοληπτικής αξιολόγησης, υπό την επιφύλαξη πάντοτε των κανόνων που προστατεύουν τον πολίτη.
Το πράγμα όμως θα άλλαζε ριζικά αν κάποτε η ίδια βαθμολογία άρχιζε να χρησιμοποιείται για να αποφασιστεί: αν θα έχει κάποιος πρόσβαση σε μια βασική υπηρεσία, αν δικαιούται ένα κοινωνικό αγαθό, αν είναι κατάλληλος για εργασία, ή γενικότερα αν είναι «αξιόπιστος πολίτης».
Τότε το score θα είχε εγκαταλείψει τη συναλλαγή. Θα είχε αρχίσει να ακολουθεί τον άνθρωπο. Αυτή είναι, κατά τη γνώμη μου, η ουσιαστική κόκκινη γραμμή.
Η Ευρώπη έχει ήδη αναγνωρίσει τον κίνδυνο
Είναι ιδιαίτερα σημαντικό ότι ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός για την Τεχνητή Νοημοσύνη, ο AI Act, έχει ήδη αντιμετωπίσει το ζήτημα του social scoring. Απαγορεύει συγκεκριμένες μορφές αξιολόγησης ή κατάταξης φυσικών προσώπων με βάση κοινωνική συμπεριφορά ή γνωστά, συναγόμενα ή προβλεπόμενα προσωπικά χαρακτηριστικά, όταν η βαθμολογία οδηγεί σε δυσμενή μεταχείριση σε άσχετο κοινωνικό πλαίσιο ή σε μεταχείριση αδικαιολόγητη ή δυσανάλογη.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο AI Act απαγορεύει την πιστοληπτική αξιολόγηση. Δεν την απαγορεύει ως τέτοια. Χαράζει όμως μια εξαιρετικά σημαντική αρχή. Άλλο η αξιολόγηση για έναν συγκεκριμένο νόμιμο σκοπό και άλλο η μετατροπή της αξιολόγησης σε γενικό μηχανισμό κοινωνικής κατάταξης. Και αυτή ακριβώς πρέπει να γίνει και η δική μας θεσμική γραμμή άμυνας.
Να ορίσουμε από τώρα όχι μόνο τι επιτρέπεται, αλλά και τι δεν θα επιτραπεί
Δεν χρειάζεται λοιπόν να δαιμονοποιήσουμε την τεχνολογία. Η πιστοληπτική αξιολόγηση μπορεί να εξυπηρετεί απολύτως θεμιτούς σκοπούς. Μπορεί να βοηθήσει στην καλύτερη εκτίμηση του πιστωτικού κινδύνου. Μπορεί να επιταχύνει διαδικασίες. Μπορεί ακόμη να λειτουργήσει υπέρ του συνεπούς οφειλέτη.
Αλλά ακριβώς επειδή ένα τέτοιο εργαλείο είναι ισχυρό, χρειάζεται ισχυρά όρια. Η οικονομική βαθμολογία πρέπει να παραμείνει οικονομική. Η χρήση της να συνδέεται πάντοτε με συγκεκριμένο και συναφή σκοπό. Να μην εξαρτηθεί ποτέ από αυτήν η πρόσβαση σε βασικά κοινωνικά αγαθά και δικαιώματα. Να μην ενσωματωθούν σε αυτήν πολιτικές, κοινωνικές, θρησκευτικές ή άλλες άσχετες συμπεριφορές. Ο πολίτης να γνωρίζει ποια δεδομένα χρησιμοποιήθηκαν. Να μπορεί να διορθώσει το λάθος. Να μπορεί να αμφισβητήσει την αλγοριθμική κρίση. Και όπου απαιτείται συγκατάθεση, το «όχι» να παραμένει πραγματικό δικαίωμα και όχι θεωρητική δυνατότητα.
Από την αξιολόγηση της συναλλαγής στην αξιολόγηση του ανθρώπου
Τελικά, όλη αυτή η συζήτηση μπορεί να συμπυκνωθεί σε μία διάκριση: Άλλο να αξιολογείται η ικανότητά μου να εκπληρώσω μία συγκεκριμένη οικονομική υποχρέωση. Και άλλο να αξιολογούμαι εγώ.
Στην πρώτη περίπτωση η τεχνολογία υπηρετεί μια συναλλαγή. Στη δεύτερη αρχίζει να κατασκευάζει μια ψηφιακή εικόνα του ανθρώπου που μπορεί να τον ακολουθεί από συναλλαγή σε συναλλαγή και, αν κάποτε χαλαρώσουν τα όρια, από πεδίο σε πεδίο της ζωής του.
Σήμερα δεν έχουμε φτάσει εκεί. Και αυτό πρέπει να λέγεται με την ίδια καθαρότητα με την οποία επισημαίνουμε τους κινδύνους.
Αλλά ο ίδιος ο νόμος μάς δείχνει ότι το σύστημα μπορεί να εξελιχθεί. Η ενοποιημένη βαθμολόγηση μάς δείχνει ότι διαφορετικές πηγές αξιολόγησης μπορούν ήδη να συναντηθούν. Και η τεχνολογία μάς δείχνει πόσο εύκολη γίνεται η επόμενη διασύνδεση όταν έχει προηγηθεί η προηγούμενη.
Γι' αυτό η σωστή στιγμή να χαράξουμε τις κόκκινες γραμμές δεν είναι όταν θα παραβιαστούν. Είναι τώρα. Πριν το Α, το Β, το C ή το D πάψουν να περιγράφουν έναν συγκεκριμένο οικονομικό κίνδυνο και αρχίσουν να περιγράφουν τον ίδιο τον άνθρωπο.
Γιατί σε μια ελεύθερη κοινωνία ο πολίτης μπορεί να έχει πιστοληπτική βαθμολογία. Δεν πρέπει ποτέ να γίνει ο ίδιος η βαθμολογία του.




Terms & Conditions
Subscribe
Report
My comments